
Περιεχόμενα Τεύχους 108
| Από την αποξήλωση στην ανασυγκρότηση της δημόσιας εκπαίδευσης |
Τα τελευταία χρόνια αναδεικνύεται μια συστηματική επιδείνωση κρίσιμων λειτουργικών και διοικητικών παραμέτρων που καθορίζουν την αποτελεσματικότητα του δημόσιου εκπαιδευτικού συστήματος. Τα δεδομένα που συγκεντρώνονται από τις σχολικές μονάδες καταδεικνύουν κενά σε προσωπικό, καθυστερήσεις σε διαδικασίες στελέχωσης και υποχώρηση κρίσιμων υποστηρικτικών δομών.
Ο σημαντικός αριθμός λειτουργικών κενών που παραμένει ακάλυπτος μέχρι και τις τελευταίες μέρες του πρώτου τριμήνου του σχολικού έτους δημιουργεί ασυνέχειες στη μαθησιακή διαδικασία και τη σταθερότητα ανάπτυξης των προγραμμάτων σπουδών. Οι συγχωνεύσεις τμημάτων, οι περιπτώσεις αναστολής λειτουργίας σχολικών μονάδων και η αύξηση του αριθμού μαθητών ανά τμήμα -που όχι μόνο δυσχεραίνει την εκπαιδευτική διαδικασία, αλλά περιορίζει και τις δυνατότητες διαφοροποιημένης ή/και εξατομικευμένης διδασκαλίας- αποτελούν ενδείξεις ενός διοικητικού εξορθολογισμού βασιζόμενου σε δημοσιονομικά κριτήρια που δεν έχουν καμία σχέση με παιδαγωγικές προσεγγίσεις.
Ο εκσυγχρονισμός των αναλυτικών προγραμμάτων παραμένει σε εκκρεμότητα, παρά το ότι επιμέρους δράσεις παρουσιάζονται ως καινοτομίες. Η έμφαση σε προαιρετικά προγράμματα, σε θεματικές δράσεις και σε project-based δραστηριότητες δε συνοδεύεται πάντα από συστηματική επικαιροποίηση των βασικών γνωστικών αντικειμένων. Η αποδυνάμωση της παιδαγωγικής υποστήριξης της δομής του Τμήματος Ένταξης με την επίκληση της «συμπερίληψης» και της αντιμετώπισης ευρύτερων λειτουργικών αναγκών, η περιορισμένη κάλυψη των αναγκών από το θεσμό της Παράλληλης Στήριξης, η μείωση της εξατομικευμένης εκπαιδευτικής στήριξης σε Ειδικά Σχολεία και οι καθυστερήσεις σε κρίσιμες διοικητικές διαδικασίες όπως η μίσθωση σχολικών λεωφορείων και ο σχεδιασμός μεταφορών των μαθητών και των μαθητριών είναι ενδεικτικές καταγραφές μιας ιδιότυπης απαξίωσης του συνολικότερου εκπαιδευτικού έργου. Η αναθεώρηση των κριτηρίων συμμετοχής στο Ολοήμερο Σχολείο έχει μειώσει τον βαθμό πρόσβασης των οικογενειών σε αυτό, ειδικά σε περιοχές με αυξημένες κοινωνικοοικονομικές ανάγκες. Οι νέες ανάγκες και το καθηκοντολόγιο του ειδικού εκπαιδευτικού και βοηθητικού προσωπικού (ψυχολόγων, κοινωνικών λειτουργών, σχολικών νοσηλευτών κ.ά.) τους καλούν να ανταποκριθούν σε ένα εύρος αρμοδιοτήτων χωρίς την απαιτούμενη υποστήριξη και τις επαρκείς δυνατότητες για παρεμβάσεις.
Οι δυσχερείς αυτές επισημάνσεις επιτείνονται από τα ζητήματα των υποδομών που παραμένουν άλυτα, με πολλές σχολικές μονάδες να λειτουργούν με ανεπαρκή ή παρωχημένο εξοπλισμό. Η εξάρτηση σχολικών μονάδων από χορηγίες τραπεζικών ομίλων ή ιδιωτικών φορέων για την κάλυψη βασικών αναγκών αναδεικνύει την ανισότητα στη διάθεση πόρων και τη μετατόπιση μέρους της ευθύνης από το κράτος στην ιδιωτική πρωτοβουλία. Παράλληλα, οι πρόσφατες θεσμικές πρωτοβουλίες που αφορούν την επέκταση του δικτύου Πρότυπων και Πειραματικών Σχολείων, καθώς και η αυξημένη χρήση ψηφιακών εκπαιδευτικών εργαλείων, εγείρουν ερωτήματα όχι μόνο ως προς τη δυνατότητα ισότιμης πρόσβασης όλων των μαθητών και των μαθητριών στην εκπαίδευση αλλά και σε σχέση με την κατηγοριοποίηση των σχολικών μονάδων.
Στα παραπάνω δεν μπορούμε να παραβλέψουμε το γεγονός της ενίσχυσης των εποπτικών και πειθαρχικών μηχανισμών της διοίκησης που, σε συνδυασμό με νομοθετικές ρυθμιστικές παρεμβάσεις που αφορούν τη διαμαρτυρία και τη συλλογική δράση, δημιουργεί ένα νέο πλαίσιο λογοδοσίας ιδιαίτερα περιοριστικό. Η θεσμοθέτηση της αξιολόγησης σχολικών μονάδων και εκπαιδευτικών έχει προκαλέσει σημαντικές αντιδράσεις, καθώς η εκπαιδευτική κοινότητα εκφράζει την ανησυχία ότι αρκετές διαδικασίες, πλέον, λειτουργούν περισσότερο ως μηχανισμοί διοικητικού ελέγχου παρά ως εργαλεία βελτίωσης του εκπαιδευτικού έργου. Σε πολλές σχολικές μονάδες καταγράφονται εντάσεις μεταξύ στελεχών εκπαίδευσης και Συλλόγων Διδασκόντων. Αυξημένη συχνότητα παρουσιάζουν και οι πειθαρχικές διώξεις εκπαιδευτικών, οι οποίες συχνά συνδέονται με ζητήματα ερμηνείας καθηκόντων ή διαφωνιών στη σχολική διοίκηση. Το νέο πειθαρχικό πλαίσιο προκαλεί την ανησυχία του εκπαιδευτικού κόσμου ακόμα και για τον περιορισμό της ελευθερίας των Συλλόγων Διδασκόντων -μέσα από τον προβλεπόμενο θεσμικό διάλογο- να διατυπώνουν τεκμηριωμένες προτάσεις που επιδιώκουν τη βελτίωση της λειτουργίας του σχολείου.
Όλα τα παραπάνω καταδεικνύουν ότι το εκπαιδευτικό μας σύστημα σημαδεύεται από σωρεία δομικών προκλήσεων που απαιτούν νέο σχεδιασμό. Η ενίσχυση όλων των υποστηρικτικών διαδικασιών, η διασφάλιση της αναγκαίας και σταθερής στελέχωσης, η επικαιροποίηση των προγραμμάτων σπουδών και η δημοκρατική εξασφάλιση των λειτουργιών των σχολικών μονάδων αποτελούν βασικές προϋποθέσεις για την ανασυγκρότηση της δημόσιας εκπαίδευσης στη βάση ενός συστήματος σύστοιχου των πραγματικών αναγκών, σύγχρονου, λειτουργικού και κοινωνικά δίκαιου.
Σημείωμα του Διευθυντή Έκδοσης

